| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| commit [sth]⇒ vtr | (perpetrate) (κάνω) | διαπράττω ρ μ |
| | The prisoner is likely to commit more crimes if released. |
| | Ο κρατούμενος είναι πιθανό να διαπράξει περισσότερα εγκλήματα αν αφεθεί ελεύθερος. |
| commit⇒ vi | (be dedicated) | δεσμεύομαι ρ αμ |
| | | αναλαμβάνω δέσμευση περίφρ |
| | We need people who are able to commit, so please don't apply for the job unless you can. |
| | Χρειαζόμαστε ανθρώπους που είναι διαθέσιμοι να δεσμευτούν, γι' αυτό μην υποβάλετε αίτηση για δουλειά αν δεν μπορείτε να το κάνετε. |
| commit to [sth] vi + prep | (fully engage in) | δεσμεύομαι ρ αμ |
| | You must be willing to commit to the program for at least three months. |
| | Πρέπει να είστε πρόθυμοι να δεσμευτείτε στο πρόγραμμα το λιγότερο για τρεις μήνες. Δεσμεύομαι να εργαστώ για το πρότζεκτ τους επόμενους έξι μήνες. |
| commit to doing [sth] v expr | (fully engage in doing) | δεσμεύομαι να κάνω κτ έκφρ |
| | I committed to working on the project for the next six months. |
| commit [sth] to [sb] vtr + prep | (entrust) (κάτι σε κάποιον) | εμπιστεύομαι ρ μ |
| | I commit the care of my children to you, should I not return from the mission. |
| | Εμπιστεύομαι τη φροντίδα των παιδιών μου σε σένα, σε περίπτωση που δεν γυρίσω από την αποστολή. |
| commit yourself to doing [sth] v expr | (fully engage in doing) | αφοσιώνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | You need to schedule times when you will commit yourself to studying. |
| commit [sb]⇒ vtr | often passive (institutionalize) | εγκλείω ρ μ |
| | (καθομιλουμένη) | κλείνω ρ μ |
| | (ηπιότερο) | εισάγω ρ μ |
| | (για νοσηλευτικό ίδρυμα) | νοσηλεύω ρ μ |
| | After Brian was declared schizophrenic, he was committed. |
| | Αφού ανακηρύχθηκε σχιζοφρενής, ο Μπράιαν εγκλείσθηκε σε ψυχιατρική κλινική. |
| | Αφού ανακηρύχθηκε σχιζοφρενής, ο Μπράιαν εισήχθη σε ψυχιατρική κλινική. |
| | Αφού ανακηρύχθηκε σχιζοφρενής, ο Μπράιαν νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική. |
| commit [sth] to [sb] vtr + prep | often passive (refer to a committee) (κάτι σε κάποιον) | παραπέμπω ρ μ |
| | This matter should now be committed to the council housing committee for final consideration. |
| | Αυτό το ζήτημα θα πρέπει να παραπεμφθεί προς τελική εξέταση στο συμβούλιο της επιτροπής στέγασης. |