(Advertisement)

commitment

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kəˈmɪtmənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/kəˈmɪtmənt/ ,USA pronunciation: respelling(kə mitmənt)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
commitment n(promise)δέσμευση ουσ θηλ
 The company asked for Mark's commitment to stay in the job for at least a year.
 Η εταιρεία ζήτησε από τον Μαρκ δέσμευση ότι θα παραμείνει στη δουλειά για έναν τουλάχιστον χρόνο.
commitment n(dedication)δέσμευση ουσ θηλ
  αφοσίωση ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)τάξιμο ουσ ουδ
 Her strong commitment to women's rights made her determined to continue.
 Η ισχυρή δέσμευσή (or: αφοσίωσή) της στα δικαιώματα των γυναικών την έκανε αποφασιστική για τη συνέχεια.
commitment n(engagement) (κοινωνική)υποχρέωση ουσ θηλ
 The band has a commitment for Friday night.
 Το συγκρότημα έχει μια υποχρέωση το βράδυ της Παρασκευής.
commitment n(institutionalization)εγκλεισμός ουσ αρσ
 (ηπιότερο)εισαγωγή, μεταφορά ουσ θηλ
 His commitment to the asylum was ordered by a judge.
 Ο εγκλεισμός του στο άσυλο διατάχθηκε από δικαστή.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
commitment issues npl(difficulty in relationships)δυσκολία στη δέσμευση περίφρ
  δυσκολεύομαι να δεσμευτώ περίφρ
 My last boyfriend and I broke up because I wanted to get married, but he had commitment issues.
prior commitment n(previous engagement, [sth] already scheduled) (ενίοτε δεν το θέλω)υποχρέωση ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)έχω κανονίσει περίφρ
 I was unable to attend the birthday party due to a prior commitment.
 Δεν κατάφερα να πάω στο πάρτι γενεθλίων λόγω μιας υποχρέωσης.
title commitment n(financial document: insurance agreement)ασφάλεια τίτλου, ασφάλιση τίτλου φρ ως ουσ θηλ
total commitment n(devotion, pledged involvement)αφοσίωση ουσ θηλ
 His total commitment to the war effort was admirable.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)
Ο όρος 'commitment' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [financial, time, political] commitment, has commitment issues, [undying, complete, total] commitment (to), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση commitment στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «commitment».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

iPhone app store