| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| commitment n | (promise) | δέσμευση ουσ θηλ |
| | The company asked for Mark's commitment to stay in the job for at least a year. |
| | Η εταιρεία ζήτησε από τον Μαρκ δέσμευση ότι θα παραμείνει στη δουλειά για έναν τουλάχιστον χρόνο. |
| commitment n | (dedication) | δέσμευση ουσ θηλ |
| | | αφοσίωση ουσ θηλ |
| | (καθομιλουμένη) | τάξιμο ουσ ουδ |
| | Her strong commitment to women's rights made her determined to continue. |
| | Η ισχυρή δέσμευσή (or: αφοσίωσή) της στα δικαιώματα των γυναικών την έκανε αποφασιστική για τη συνέχεια. |
| commitment n | (engagement) (κοινωνική) | υποχρέωση ουσ θηλ |
| | The band has a commitment for Friday night. |
| | Το συγκρότημα έχει μια υποχρέωση το βράδυ της Παρασκευής. |
| commitment n | (institutionalization) | εγκλεισμός ουσ αρσ |
| | (ηπιότερο) | εισαγωγή, μεταφορά ουσ θηλ |
| | His commitment to the asylum was ordered by a judge. |
| | Ο εγκλεισμός του στο άσυλο διατάχθηκε από δικαστή. |
Ο όρος 'commitment' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: