(Advertisement)

task

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtɑːsk/, /ˈtæsk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/tæsk/ ,USA pronunciation: respelling(task, täsk)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
task n(job, chore to be done)δουλειά ουσ θηλ
 (επαγγελματική υποχρέωση)εργασία ουσ θηλ
 I have ten tasks that I need to complete today.
 Έχω δέκα δουλειές που πρέπει να τελειώσω σήμερα.
task n(duty)δουλειά ουσ θηλ
  καθήκον ουσ ουδ
  αποστολή ουσ θηλ
 His task was to restock the shelves at the shop.
 Η δουλειά του ήταν να ανεφοδιάζει τα ράφια στο κατάστημα.
task n(difficult endeavour)δύσκολος επίθ
 (καθομιλουμένη)πακέτο ουσ ουδ
 Completing the report was quite a task, but I did it!
 Η συμπλήρωση της αναφοράς ήταν αρκετά δύσκολη αλλά τα κατάφερα!
 Η συμπλήρωση της αναφοράς ήταν πακέτο αλλά τα κατάφερα!
task [sb] with [sth] vtr + prep(assign a task to) (κάτι σε κάποιον)αναθέτω ρ μ
 (συνήθως αρνητικό: κπ με κτ)επιφορτίζω ρ μ
 (καθομιλουμένη)δίνω ρ μ
  βάζω ρ μ
 The lawyer tasked his assistant with the paperwork.
 Ο δικηγόρος ανέθεσε τη χαρτούρα στον βοηθό του.
task [sb] with doing [sth] v expr(assign a task to) (σε κπ να κάνει κτ)αναθέτω ρ μ
 (συνήθως αρνητική σημασία)επιφορτίζω ρ μ
 (καθομιλουμένη)δίνω ρ μ
  βάζω ρ μ
 He was tasked with loading the data onto the computer system.
 Του ανέθεσαν να φορτώσει τα δεδομένα στο σύστημα του υπολογιστή.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
assign a task to [sb] v expr(allocate a job)αναθέτω εργασία, αναθέτω δουλειά ρ εκφρ
  δίνω εργασία, δίνω δουλειά ρ έκφρ
  επιφορτίζω κάποιον με κτ περίφρ
 Because she was a new employee, I assigned a task to her that was not difficult.
clerical task n(administrative job)γραφειοκρατική εργασία επίθ + ουσ θηλ
  διοικητικό καθήκον επίθ + ουσ ουδ
 (ανεπίσημο)χαρτούρα ουσ θηλ
 Many doctors are disillusioned with their jobs because of the clerical tasks that need to be completed.
 Πολλοί γιατροί απογοητεύονται από τη δουλειά τους γιατί υπάρχουν πολλά διοικητικά καθήκοντα που πρέπει να ολοκληρωθούν.
dual-task adj(involving two simultaneous actions)διπλό καθήκον επίθ + ουσ ουδ
  διπλή αποστολή επίθ + ουσ θηλ
  δύο εργασίες ταυτόχρονα περίφρ
 Studies show that dual-task performance is not as efficient as when someone concentrates on a single task.
 Σύμφωνα με μελέτες η απόδοση δύο εργασιών ταυτόχρονα δεν είναι το ίδιο αποτελεσματική όσο όταν κανείς επικεντρώνεται σε μία μόνο εργασία.
keep on task,
stay on task
v expr
(stay focused)μένω συγκεντρωμένος, μένω προσηλωμένος ρ έκφρ
 Keep on task everyone; we're nearly finished now!
multitask,
multi-task
vi
(do several things at once)κάνω πολλά πράγματα ταυτόχρονα περίφρ
  κάνω ταυτόχρονα πολλές εργασίες περίφρ
  ασχολούμαι με πολλά πράγματα την ίδια στιγμή περίφρ
 This job will require you to multitask; is that something you can handle?
off-task,
off task
adj
(not focused)αφηρημένος επίθ
  μη συγκεντρωμένος περίφρ
  εκτός άσκησης, εκτός καθήκοντος περίφρ
on-task,
on task
adj
(focused on the job at hand)συγκεντρωμένος, προσηλωμένος μτχ πρκ
Σχόλιο: The hyphen may be omitted when the adjective follows the noun.
 With the deadline looming, the manager made sure everyone was on task.
take [sb] to task,
bring [sb] to task
v expr
(reprimand, rebuke [sb])επιπλήττω ρ μ
 (καθομιλουμένη)μαλώνω ρ μ
take [sb] to task for [sth],
bring [sb] to task for [sth]
v expr
(reprimand [sb] for [sth])επιπλήττω κπ για κτ ρ μ + πρόθ
  ασκώ κριτική σε κπ για κτ περίφρ
 (καθομιλουμένη)μαλώνω κπ για κτ ρ μ + πρόθ
 The coach took them to task for their poor performance.
take [sb] to task for doing [sth],
bring [sb] to task for doing [sth]
v expr
(reprimand [sb] for doing [sth])επιπλήττω κπ γιατί έκανε κτ περίφρ
  ασκώ κριτική σε κπ γιατί έκανε κτ περίφρ
 (καθομιλουμένη)μαλώνω κπ γιατί έκανε κτ περίφρ
task force n(military unit: with a mission)τακτική στρατιωτική δύναμη ουσ θηλ
 The Navy sent a task force to counter the attack.
task force n(group: with an objective)ειδική ομάδα επίθ + ουσ θηλ
  κλιμάκιο ουσ ουδ
  ομάδα εργασίας φρ ως ουσ θηλ
  ομάδα ουσ θηλ
 The Mayor formed a task force to wipe prostitution off the streets of the city.
 Ο δήμαρχος δημιούργησε μια ειδική ομάδα για να εξαλείψει την πορνεία από τους δρόμους της πόλης.
task group n(group organized for specific purpose)ομάδα με συγκεκριμένο καθήκον ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
Task Manager,
task manager
n
® (computing: software application) (πληροφορική: ΤΜ)διαχείριση εργασιών φρ ως ουσ θηλ
Σχόλιο: As a registered trademark, “Task Manager” should be capitalized, but it is often not capitalized in informal communication.
 You can use Task Manager to start and stop programs.
task sheet n(outline of jobs to be done)φύλλο εργασίας φρ ως ουσ ουδ
taskbar n(computer: row of application buttons)γραμμή εργασιών φρ ως ουσ θηλ
  μπάρα εργασιών φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)
Ο όρος 'task' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [tough, hard, simple, straightforward, boring, shared, common] task, tasked her with [providing, fighting, discovering, creating, making], [set up, send in] a task force, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση task στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «task».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

iPhone app store