| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| task n | (job, chore to be done) | δουλειά ουσ θηλ |
| | (επαγγελματική υποχρέωση) | εργασία ουσ θηλ |
| | I have ten tasks that I need to complete today. |
| | Έχω δέκα δουλειές που πρέπει να τελειώσω σήμερα. |
| task n | (duty) | δουλειά ουσ θηλ |
| | | καθήκον ουσ ουδ |
| | | αποστολή ουσ θηλ |
| | His task was to restock the shelves at the shop. |
| | Η δουλειά του ήταν να ανεφοδιάζει τα ράφια στο κατάστημα. |
| task n | (difficult endeavour) | δύσκολος επίθ |
| | (καθομιλουμένη) | πακέτο ουσ ουδ |
| | Completing the report was quite a task, but I did it! |
| | Η συμπλήρωση της αναφοράς ήταν αρκετά δύσκολη αλλά τα κατάφερα! |
| | Η συμπλήρωση της αναφοράς ήταν πακέτο αλλά τα κατάφερα! |
| task [sb] with [sth] vtr + prep | (assign a task to) (κάτι σε κάποιον) | αναθέτω ρ μ |
| | (συνήθως αρνητικό: κπ με κτ) | επιφορτίζω ρ μ |
| | (καθομιλουμένη) | δίνω ρ μ |
| | | βάζω ρ μ |
| | The lawyer tasked his assistant with the paperwork. |
| | Ο δικηγόρος ανέθεσε τη χαρτούρα στον βοηθό του. |
| task [sb] with doing [sth] v expr | (assign a task to) (σε κπ να κάνει κτ) | αναθέτω ρ μ |
| | (συνήθως αρνητική σημασία) | επιφορτίζω ρ μ |
| | (καθομιλουμένη) | δίνω ρ μ |
| | | βάζω ρ μ |
| | He was tasked with loading the data onto the computer system. |
| | Του ανέθεσαν να φορτώσει τα δεδομένα στο σύστημα του υπολογιστή. |
| Σύνθετοι τύποι: |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| assign a task to [sb] v expr | (allocate a job) | αναθέτω εργασία, αναθέτω δουλειά ρ εκφρ |
| | | δίνω εργασία, δίνω δουλειά ρ έκφρ |
| | | επιφορτίζω κάποιον με κτ περίφρ |
| | Because she was a new employee, I assigned a task to her that was not difficult. |
| clerical task n | (administrative job) | γραφειοκρατική εργασία επίθ + ουσ θηλ |
| | | διοικητικό καθήκον επίθ + ουσ ουδ |
| | (ανεπίσημο) | χαρτούρα ουσ θηλ |
| | Many doctors are disillusioned with their jobs because of the clerical tasks that need to be completed. |
| | Πολλοί γιατροί απογοητεύονται από τη δουλειά τους γιατί υπάρχουν πολλά διοικητικά καθήκοντα που πρέπει να ολοκληρωθούν. |
| dual-task adj | (involving two simultaneous actions) | διπλό καθήκον επίθ + ουσ ουδ |
| | | διπλή αποστολή επίθ + ουσ θηλ |
| | | δύο εργασίες ταυτόχρονα περίφρ |
| | Studies show that dual-task performance is not as efficient as when someone concentrates on a single task. |
| | Σύμφωνα με μελέτες η απόδοση δύο εργασιών ταυτόχρονα δεν είναι το ίδιο αποτελεσματική όσο όταν κανείς επικεντρώνεται σε μία μόνο εργασία. |
keep on task, stay on task v expr | (stay focused) | μένω συγκεντρωμένος, μένω προσηλωμένος ρ έκφρ |
| | Keep on task everyone; we're nearly finished now! |
multitask, multi-task vi | (do several things at once) | κάνω πολλά πράγματα ταυτόχρονα περίφρ |
| | | κάνω ταυτόχρονα πολλές εργασίες περίφρ |
| | | ασχολούμαι με πολλά πράγματα την ίδια στιγμή περίφρ |
| | This job will require you to multitask; is that something you can handle? |
off-task, off task adj | (not focused) | αφηρημένος επίθ |
| | | μη συγκεντρωμένος περίφρ |
| | | εκτός άσκησης, εκτός καθήκοντος περίφρ |
on-task, on task adj | (focused on the job at hand) | συγκεντρωμένος, προσηλωμένος μτχ πρκ |
| Σχόλιο: The hyphen may be omitted when the adjective follows the noun. |
| | With the deadline looming, the manager made sure everyone was on task. |
take [sb] to task, bring [sb] to task v expr | (reprimand, rebuke [sb]) | επιπλήττω ρ μ |
| | (καθομιλουμένη) | μαλώνω ρ μ |
take [sb] to task for [sth], bring [sb] to task for [sth] v expr | (reprimand [sb] for [sth]) | επιπλήττω κπ για κτ ρ μ + πρόθ |
| | | ασκώ κριτική σε κπ για κτ περίφρ |
| | (καθομιλουμένη) | μαλώνω κπ για κτ ρ μ + πρόθ |
| | The coach took them to task for their poor performance. |
take [sb] to task for doing [sth], bring [sb] to task for doing [sth] v expr | (reprimand [sb] for doing [sth]) | επιπλήττω κπ γιατί έκανε κτ περίφρ |
| | | ασκώ κριτική σε κπ γιατί έκανε κτ περίφρ |
| | (καθομιλουμένη) | μαλώνω κπ γιατί έκανε κτ περίφρ |
| task force n | (military unit: with a mission) | τακτική στρατιωτική δύναμη ουσ θηλ |
| | The Navy sent a task force to counter the attack. |
| task force n | (group: with an objective) | ειδική ομάδα επίθ + ουσ θηλ |
| | | κλιμάκιο ουσ ουδ |
| | | ομάδα εργασίας φρ ως ουσ θηλ |
| | | ομάδα ουσ θηλ |
| | The Mayor formed a task force to wipe prostitution off the streets of the city. |
| | Ο δήμαρχος δημιούργησε μια ειδική ομάδα για να εξαλείψει την πορνεία από τους δρόμους της πόλης. |
| task group n | (group organized for specific purpose) | ομάδα με συγκεκριμένο καθήκον ουσ θηλ |
| Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία |
Task Manager, task manager n | ® (computing: software application) (πληροφορική: ΤΜ) | διαχείριση εργασιών φρ ως ουσ θηλ |
| Σχόλιο: As a registered trademark, “Task Manager” should be capitalized, but it is often not capitalized in informal communication. |
| | You can use Task Manager to start and stop programs. |
| task sheet n | (outline of jobs to be done) | φύλλο εργασίας φρ ως ουσ ουδ |
| taskbar n | (computer: row of application buttons) | γραμμή εργασιών φρ ως ουσ θηλ |
| | | μπάρα εργασιών φρ ως ουσ θηλ |