trap
Αγγλικά (en)
επεξεργασία
Ουσιαστικό
επεξεργασία
Ρήμα
επεξεργασία
| ενεστώτας | trap |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | traps |
| αόριστος | trapped |
| παθητική μετοχή | trapped |
| ενεργητική μετοχή | trapping |
trap (en)
- παγιδεύω, παγιδεύομαι
I trapped an animal - παγίδευσαν ένα ζώο
we were trapped in the elevator - παγιδευτήκαμε στο ασανσέρ