Νέα ελληνικά (el)

επεξεργασία
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κατάσταση οι καταστάσεις
      γενική της κατάστασης* των καταστάσεων
    αιτιατική την κατάσταση τις καταστάσεις
     κλητική κατάσταση καταστάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, καταστάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

επεξεργασία
κατάσταση < αρχαία ελληνική κατάστα(σις) + -ση. Για σύγχρονους όρους, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική état[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε κατά- + στάση.

Ουσιαστικό

επεξεργασία

κατάσταση θηλυκό

  1. ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει κάτι σε δεδομένο τόπο και χρόνο· οι φυσικές, οικονομικές ή κοινωνικές συνθήκες υπάρξεως
    παράδειγμα τρέχουσα κατάσταση, οικογενειακή κατάσταση
  2. πίνακας, λίστα, κατάλογος στον οποίο υπάρχουν ονόματα ή και άλλα στοιχεία σύμφωνα με μια ιδιότητά τους

Πολυλεκτικοί όροι

επεξεργασία

Μεταφράσεις

επεξεργασία

Αναφορές

επεξεργασία