οι
Νέα ελληνικά (el)
επεξεργασία
Ετυμολογία
επεξεργασία
- οι < Ετυμολογίες ανά σημασία.
- 1. (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική οἱ
- 2. (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική αἱ
Προφορά
επεξεργασία
Κλιτικός τύπος άρθρου
επεξεργασία
οι
- ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ο
Έτσι είπαν οι γιατροί.
- ονομαστική πληθυντικού, θηλυκού γένους (η) του ο
Οι κοπέλες έβαλαν τις φωνές.