Νέα ελληνικά (el)

επεξεργασία
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επιστημονικός η επιστημονική το επιστημονικό
      γενική του επιστημονικού της επιστημονικής του επιστημονικού
    αιτιατική τον επιστημονικό την επιστημονική το επιστημονικό
     κλητική επιστημονικέ επιστημονική επιστημονικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επιστημονικοί οι επιστημονικές τα επιστημονικά
      γενική των επιστημονικών των επιστημονικών των επιστημονικών
    αιτιατική τους επιστημονικούς τις επιστημονικές τα επιστημονικά
     κλητική επιστημονικοί επιστημονικές επιστημονικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

επεξεργασία

επιστημονικός, -ή, -ό

  1. που σχετίζεται με την επιστήμη ή με τον επιστήμονα
      Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)
  2. που έχει την εγκυρότητα και την αντικειμενικότητα της επιστήμης
     συνώνυμα: ακαδημαϊκός

Παράγωγα

επεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροι

επεξεργασία

Μεταφράσεις

επεξεργασία