die
Αγγλικά (en)
επεξεργασία
Προφορά
επεξεργασία
Ουσιαστικό
επεξεργασία
Ρήμα
επεξεργασία
| ενεστώτας | die |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | dies |
| αόριστος | died |
| παθητική μετοχή | died |
| ενεργητική μετοχή | dying |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
die (en)
Εκφράσεις
επεξεργασία- be dying for
- be dying to
- die laughing
- die of something: πεθαίνω από άμεση αιτία (πχ παθολογική)
- die from something: πεθαίνω από κάτι που προκαλεί μία άμεση αιτία (πχ φυσικό ατύχημα που προκαλεί αιμορραγία ή καταστροφή ζωτικών οργάνων· πρόκληση σωματικής βλάβης [όμως προτιμώνται άλλες διατυπώσεις "died due to a first fight", "died by a bullet")
- die by the sword: πεθαίνω λόγω εμπλοκής σε βίαιο περιστατικό, -ά (όχι απαραιτήτως από σπαθί)
- die by gunshot, die by a bullet και για αδέσποτη σφαίρα be killed (die) by a stray bullet: κυριολεκτικά
Συγγενικά
επεξεργασίαΠαράγωγα
επεξεργασίαΔείτε επίσης
επεξεργασίαΓερμανικά (de)
επεξεργασία| πτώση | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | πληθυντικός |
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | der | die | das | die |
| γενική | des | der | des | der |
| δοτική | dem | der | dem | den |
| αιτιατική | den | die | das | die |
Προφορά
επεξεργασία
Άρθρο
επεξεργασία
die (de)
- ο, η, το ονομαστική ενικού του θηλυκού
Die Erbse ist grün.
Ο αρακάς είναι πράσινος.
Die Türe ist grün.
Η πόρτα είναι πράσινη.
Die Hand ist grün.
Το χέρι είναι πράσινο.
- τον, την, το αιτιατική ενικού του θηλυκού
Ich sehe die Erbse.
Βλέπω τον αρακά.
Ich sehe die Türe.
Βλέπω την πόρτα.
Ich sehe die Hand.
Βλέπω το χέρι.
- οι, τα, ονομαστική πληθυντικού για όλα τα γένη
Hier sind die Bäume.
Εδώ είναι τα δέντρα.
- τους, τις, τα, αιτιατική πληθυντικού για όλα τα γένη
Sie fragte die Männer.
Ρώτησε τους άντρες.
Αντωνυμία
επεξεργασία
die (de)
- (αναφορική)
- που ονομαστική ενικού του θηλυκού
Die Lampe, die nicht leuchtet.
Η λάμπα που δεν φωτίζει.
- που αιτιατική ενικού του θηλυκού
Die Frau, die du getroffen hast.
Η γυναίκα που συνάντησες.
- που ονομαστική πληθυντικού για όλα τα γένη
Die Männer, die ich gefragt habe.
Οι άνδρες που ρώτησα.
- που αιτιατική πληθυντικού για όλα τα γένη
Die Steine, die ich gestapelt habe.
Οι πέτρες που έχω στοιβάξει.
- που ονομαστική ενικού του θηλυκού
- (δεικτική)
- αυτός, αυτή, αυτό ονομαστική ενικού του θηλυκού
Die ist einfach nur müde.
Αυτή είναι απλά κουρασμένη.
- τον, την, το αιτιατική ενικού του θηλυκού
Die Frau? Die kenne ich nicht.
Η γυναίκα; Δεν την ξέρω.
- αυτοί, αυτές, αυτά ονομαστική πληθυντικού για όλα τα γένη
Die sind einfach nur müde.
Αυτοί είναι απλά κουρασμένοι.
- τους, τις, τα αιτιατική πληθυντικού για όλα τα γένη
Die Leute? Die kenne ich nicht.
Αυτοί οι άνθρωποι; Δεν τους γνωρίζω.
- αυτός, αυτή, αυτό ονομαστική ενικού του θηλυκού
- (προσωπική, καθομιλουμένη, τοπικός, ενικός και πληθυντικός) υποκατάστατο στο "sie" (αυτή)
- → δείτε τη λέξη sie