• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
utilization,
also UK: utilisation
n
formal (use)χρήση ουσ θηλ
  χρησιμοποίηση ουσ θηλ
 Land utilization is strictly controlled by tribal councils.
 Η χρήση της γης ελέγχεται αυστηρά από τα φυλετικά συμβούλια.
utilization,
also UK: utilisation
n
formal (use of [sth] for profit)αξιοποίηση, εκμετάλλευση ουσ θηλ
 Utilization of timber on a commercial scale began in the late eighteenth century.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)
(Advertisement)

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση utilization στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «utilization».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

iPhone app store