|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | usage n | (of words) | χρήση ουσ θηλ | | | Listening to native speakers can help you understand a lot about the usage of words. | | | Το να ακούς κάποιον που μιλάει τη μητρική του γλώσσα μπορεί να σε βοηθήσει να καταλάβεις πολλά για τη χρήση των λέξεων. | | usage n | (use, using) | χρήση ουσ θηλ | | | The neighbour didn't charge any rent for the outbuilding John was using as a workshop, she just charged him for electricity usage. | | | Η γειτόνισσα δεν χρέωνε στον Τζον ενοίκιο για το βοηθητικό κτίσμα που χρησιμοποιούσε σαν εργαστήριο, απλά τον χρέωνε για τη χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | usage n | (custom) | παράδοση, εθιμοτυπία ουσ θηλ | | | | έθιμο, εθιμοτυπικό ουσ ουδ | | | According to usage, women in the nineteeth century had to wait for a man to ask them if they wanted to dance. |
Ο όρος 'usage' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|