• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: testing, test

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
testing adj(difficult)δύσκολος επίθ
 (καθομιλουμένη, μτφ)που σε δοκιμάζει περίφρ
 These are testing times for a team that has just lost its coach and its best players.
 People worry about the ability of the new government to deal with testing situations.
 Αυτές είναι δύσκολες στιγμές για μια ομάδα που μόλις έχασε τον προπονητή και τους καλύτερους παίκτες της.
testing adj(for tests)δοκιμαστικός επίθ
 (σε γενική)ελέγχου ουσ ως επίθ
 The testing phase will last about a year, and then the new plant will go into full operation.
 Η δοκιμαστική περίοδος θα διαρκέσει περίπου έναν χρόνο και μετά το νέο εργοστάσιο θα τεθεί σε πλήρη λειτουργία.
testing n(tests) (συχνά πληθυντικός)εξέταση ουσ θηλ
 (συχνά πληθυντικός)δοκιμασία ουσ θηλ
 The candidates had to undergo testing to ascertain their suitability for the job.
 Οι υποψήφιοι έπρεπε να περάσουν από μια εξέταση για να εξακριβωθεί η καταλληλότητά τους για τη δουλειά.
testing n(product: quality control)δοκιμή ουσ θηλ
  έλεγχος ουσ αρσ
 The product was subject to testing before being approved for sale.
 Το προϊόν υπόκειτο σε δοκιμή πριν εγκριθεί για πώληση.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
test n(examination)διαγώνισμα ουσ ουδ
  εξετάσεις ουσ θηλ πλ
 (καθομιλουμένη)τεστ ουσ ουδ άκλ
 I have a German test today; I hope I get good results.
 Σήμερα έχω διαγώνισμα στα γερμανικά, κι ελπίζω να πάρω καλό βαθμό.
 Σήμερα έχω εξετάσεις στα γερμανικά, κι ελπίζω να πάρω καλό βαθμό.
 Σήμερα έχω τεστ στα γερμανικά, κι ελπίζω να πάρω καλό βαθμό.
test n(analysis)δοκιμή ουσ θηλ
 (ιατρική)εξέταση ουσ θηλ
 The scientists are going to run their tests.
 Οι επιστήμονες θα κάνουν τις δοκιμές τους.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πήγα στο γιατρό για να κάνω μια εξέταση αίματος.
test n(performance check, evaluation)δοκιμή ουσ θηλ
  έλεγχος ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη)τεστ ουσ ουδ άκλ
 The scientists plan to run a final test on the rocket at the end of the month.
 Οι επιστήμονες σκοπεύουν να κάνουν μια τελευταία δοκιμή του πυραύλου στο τέλος του μήνα.
test [sth] vtr(check performance)ελέγχω ρ μ
 The sensors will test the strength of the fibres.
 Οι αισθητήρες θα ελέγξουν την αντοχή των ινών.
test [sb],
test [sb] for [sth]
vtr
(perform medical check)εξετάζω ρ μ
  κάνω εξέταση ρ έκφρ
 The doctor tested Mark for TB.
 Ο γιατρός έκανε εξετάσεις φυματίωσης στον Μαρκ.
test [sb],
test [sb] on [sth]
vtr
(check knowledge) (στο σχολείο)εξετάζω ρ μ
  εξετάζω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
 (σε άλλη περίπτωση)ελέγχω τις γνώσεις κπ έκφρ
  ελέγχω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
 The teacher tested the students on what they had learnt that term.
test [sth] vtr(try out)ελέγχω ρ μ
  δοκιμάζω ρ μ
 (καθομιλουμένη)τεστάρω ρ μ
 I want to test the program today to see if it works.
 Θέλω να ελέγξω το πρόγραμμα για να δω αν δουλεύει.
test [sth],
test [sth] for [sth]
vtr
(analyse)εξετάζω ρ μ
  κάνω ανάλυση, κάνω εξέταση περίφρ
 Neil is having his urine tested for various disorders.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
test n(criterion)κριτήριο ουσ ουδ
  αυτό που ξεχωρίζει περίφρ
 The test of a good athlete is discipline.
 Το κριτήριο του καλού αθλητή είναι η πειθαρχία.
 Αυτό που ξεχωρίζει τον καλό αθλητή είναι η πειθαρχία.
test n(cricket: test match)φιλικός αγώνας επίθ + ουσ αρσ
 England performed well in today's test against India.
test viUS, informal (achieve a test result) (στο τεστ, διαγώνισμα)παίρνω...βαθμό περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 My brother always tests well.
 Ο αδερφός μου πάντα παίρνει καλό βαθμό στα τεστ.
test [sth] vtr(put under strain)βάζω σε δοκιμασία περίφρ
  δοκιμάζω ρ μ
 The long wait tested Jessica's patience.
 The realisation that the project was more difficult than he had thought tested Tim's resolve.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
test [sth] out vtr phrasal sep(try, use experimentally)δοκιμάζω ρ μ
 I think I'll test out this new floor polish.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
testing | test
ΑγγλικάΕλληνικά
animal testing n(vivisection)ζωοτομία ουσ θηλ
 I don't agree with animal testing, especially for cosmetics.
DNA testing,
DNA profiling
n
(genetic profiling) (γενετικό προφίλ)τεστ DNA φρ ως ουσ ουδ
  εξέταση γενετικού υλικού περίφρ
  εξέταση γονιδιακού ελέγχου περίφρ
  εξέταση γονιδιακής ταυτοποίησης περίφρ
 She used DNA testing to trace her genealogy.
intelligence testing n(using IQ tests to measure intelligence)χρήση τεστ νοημοσύνης έκφρ
 The child sat intelligence testings to determine whether he was or not a genius.
self-testing n(testing yourself for a medical condition)αυτοεξέταση ουσ θηλ
self-testing n(testing yourself on a skill, subject)αυτοεξέταση ουσ θηλ
software testing n(checking computer programs for errors)δοκιμή λογισμικού φρ ως ουσ θηλ
standardized testing,
UK: standardised testing
n
(assessment according to set criteria)τυποποιημένη δοκιμή επίθ + ουσ θηλ
  προτυποποιημένη δοκιμή επίθ + ουσ θηλ
  τυποποιημένη εξέταση επίθ + ουσ θηλ
  προτυποποιημένη εξέταση επίθ + ουσ θηλ
 This state has introduced standardized testing in all public schools.
 Η πολιτεία εισήγαγε προτυποποιημένες εξετάσεις για όλα τα δημόσια σχολεία.
testing capacity n(number of tests that can be done)δυναμικότητα εξετάσεων φρ ως ουσ θηλ
  δυναμικότητα διενέργειας εξετάσεων φρ ως ουσ θηλ
testing ground n(place where [sth] is tested)χώρος δοκιμών ουσ αρσ
 Is this a testing ground for experimental weapons?
testing procedures npl(methods of assessing or examining [sth])δοκιμαστική διαδικασία επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)
Ο όρος 'testing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a testing [time, experience, ordeal, day, moment], a testing [task, game, project, interview, exam], the [requirements, demands, targets] are testing, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση testing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «testing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

iPhone app store