(Advertisement)

input

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɪnpʊt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈɪnˌpʊt/ ,USA pronunciation: respelling(inpŏŏt′)

Inflections of 'input' (v): (⇒ conjugate)
inputs
v 3rd person singular
inputting
v pres p
input
v past
inputted
v past
input
v past p
inputted
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
input n(computing: data entry) (διαδικασία)εισαγωγή, καταχώρηση ουσ θηλ
 (το δεδομένο)εισακτέα τιμή επίθ + ουσ θηλ
 The server is having trouble with Cyrillic input.
 Ο εξυπηρετητής έχει πρόβλημα με την εισαγωγή (or: καταχώρηση) δεδομένων με κυριλλικούς χαρακτήρες.
input n(power to a machine)τροφοδοσία ουσ θηλ
 Turn off the electrical input before attempting a repair.
 Κλείσε την τροφοδοσία του ρεύματος πριν προσπαθήσεις να κάνεις την επισκευή.
input n(contribution, suggestion)συνεισφορά ουσ θηλ
  βοήθεια ουσ θηλ
 (από κοινού εκτέλεση)συμμετοχή ουσ θηλ
 I'd like to thank you all for your input.
 Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω όλους για τη συνεισφορά σας.
input [sth] vtr(enter: data) (εισάγω δεδομένα)καταχωρώ, εισάγω ρ μ
 (καθομ: σε έγγραφα)περνάω ρ μ
 We had to input all the names and addresses.
 Έπρεπε να καταχωρήσουμε όλα τα ονόματα και τις διευθύνσεις.
 Είχαμε περάσει στα έγγραφα όλα τα ονόματα και τις διευθύνσεις.
input [sth] vtr(contribute: ideas) (επίσημο)συνεισφέρω ρ μ
  προσφέρω ρ μ
 (καθομιλουμένη)δίνω ρ μ
 She input a number of good ideas.
 Έδωσε αρκετές καλές ιδέες.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
batch input n(computing: bulk data processing) (πληροφορική)εισαγωγή κατά δέσμες περίφρ
input cost n(production expenses)κόστος εισροών, κόστος παραγωγικών συντελεστών φρ ως ουσ ουδ
input data n(information entered into a computer) (Η/Υ)δεδομένα που εισάγοντα σε υπολογιστή έκφρ
 All input data must be validated before it is stored.
input data vtr + n(enter information into a computer)εισάγω δεδομένα ρ μ + ουσ ουδ πλ
input tax n(duty paid on materials by a business)φόρος εισροών φρ ως ουσ αρσ
input-output,
input/output
n
(computing: data passing in and out)εισαγωγή/εξαγωγή φρ ως ουσ θηλ
  είσοδος/έξοδος φρ ως ουσ θηλ
input-output,
input/output
n as adj
(computing: relating to input-output)εισαγωγής/εξαγωγής έκφρ
  εισόδου/εξόδου έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)
Ο όρος 'input' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [constructive, personal, unwanted] input, input the [values, data, information, search criteria], an input [cable, port, plug], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση input στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «input».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

iPhone app store