| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| input n | (computing: data entry) (διαδικασία) | εισαγωγή, καταχώρηση ουσ θηλ |
| | (το δεδομένο) | εισακτέα τιμή επίθ + ουσ θηλ |
| | The server is having trouble with Cyrillic input. |
| | Ο εξυπηρετητής έχει πρόβλημα με την εισαγωγή (or: καταχώρηση) δεδομένων με κυριλλικούς χαρακτήρες. |
| input n | (power to a machine) | τροφοδοσία ουσ θηλ |
| | Turn off the electrical input before attempting a repair. |
| | Κλείσε την τροφοδοσία του ρεύματος πριν προσπαθήσεις να κάνεις την επισκευή. |
| input n | (contribution, suggestion) | συνεισφορά ουσ θηλ |
| | | βοήθεια ουσ θηλ |
| | (από κοινού εκτέλεση) | συμμετοχή ουσ θηλ |
| | I'd like to thank you all for your input. |
| | Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω όλους για τη συνεισφορά σας. |
| input [sth]⇒ vtr | (enter: data) (εισάγω δεδομένα) | καταχωρώ, εισάγω ρ μ |
| | (καθομ: σε έγγραφα) | περνάω ρ μ |
| | We had to input all the names and addresses. |
| | Έπρεπε να καταχωρήσουμε όλα τα ονόματα και τις διευθύνσεις. |
| | Είχαμε περάσει στα έγγραφα όλα τα ονόματα και τις διευθύνσεις. |
| input [sth] vtr | (contribute: ideas) (επίσημο) | συνεισφέρω ρ μ |
| | | προσφέρω ρ μ |
| | (καθομιλουμένη) | δίνω ρ μ |
| | She input a number of good ideas. |
| | Έδωσε αρκετές καλές ιδέες. |