| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| exist⇒ vi | (be) (έχω οντότητα) | υπάρχω ρ αμ |
| | (επίσημο) | υφίσταμαι ρ αμ |
| | (λόγιο: πράγμα ή αφηρημένη ιδέα) | απαντά, απαντάται, απαντούν, απαντώνται ρ αμ |
| Σχόλιο: Οι διάφοροι τύποι του «απαντώ», χρησιμοποιούνται μόνο στο γ' ενικό και γ' πληθυντικό πρόσωπο. |
| | Does Santa Claus really exist? |
| | Υπάρχει, στ’ αλήθεια, Αϊ-Βασίλης; |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν υφίσταται κανένα πρόβλημα στο οδικό δίκτυο. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι ελιές είναι φυτά που απαντούν (or: απαντώνται) στη Μεσόγειο. |
| exist vi | (live) | ζω ρ αμ |
| | This species exists mainly in the Amazon. |
| | Αυτό το είδος ζει κυρίως στον Αμαζόνιο. |
| exist vi | (subsist) (τα βγάζω πέρα) | ζω ρ αμ |
| | | συντηρούμαι ρ αμ |
| | They have existed for years on little more than a diet of rice. |
| | Ζούσαν για πολλά χρόνια τρώγοντας ρύζι και κάτι λίγα ακόμη. |
| exist vi | (survive) (επιζώ) | υπάρχω ρ αμ |
| | Cockroaches have existed for millions of years. |
| | Οι κατσαρίδες υπάρχουν εδώ και εκατομμύρια χρόνια. |
| exist vi | (endure) (μτφ: ζω χωρίς χαρές) | φυτοζωώ ρ αμ |
| | They were too poor to do more than just exist. |
| | Ήταν πολύ φτωχοί και ήταν αναγκασμένοι να φυτοζωούν. |