• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: existing, exist

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
existing adj(living)υπάρχων μτχ ενεστ
  υπαρκτός επίθ
  υφιστάμενος μτχ ενεστ
 The project aims to catalogue all the existing plant species in these forests.
existing adj(current)υφιστάμενος μτχ ενεστ
  ισχύων μτχ ενεστ
 (τωρινός)τρέχων μτχ ενεστ
 The existing proposal calls for spending $50,000 the first year.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
existing adjfigurative (barely surviving)που παλεύει να επιβιώσει περίφρ
 The existing state of affairs is about to change.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
exist vi(be) (έχω οντότητα)υπάρχω ρ αμ
 (επίσημο)υφίσταμαι ρ αμ
 (λόγιο: πράγμα ή αφηρημένη ιδέα)απαντά, απαντάται, απαντούν, απαντώνται ρ αμ
Σχόλιο: Οι διάφοροι τύποι του «απαντώ», χρησιμοποιούνται μόνο στο γ' ενικό και γ' πληθυντικό πρόσωπο.
 Does Santa Claus really exist?
 Υπάρχει, στ’ αλήθεια, Αϊ-Βασίλης;
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν υφίσταται κανένα πρόβλημα στο οδικό δίκτυο.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι ελιές είναι φυτά που απαντούν (or: απαντώνται) στη Μεσόγειο.
exist vi(live)ζω ρ αμ
 This species exists mainly in the Amazon.
 Αυτό το είδος ζει κυρίως στον Αμαζόνιο.
exist vi(subsist) (τα βγάζω πέρα)ζω ρ αμ
  συντηρούμαι ρ αμ
 They have existed for years on little more than a diet of rice.
 Ζούσαν για πολλά χρόνια τρώγοντας ρύζι και κάτι λίγα ακόμη.
exist vi(survive) (επιζώ)υπάρχω ρ αμ
 Cockroaches have existed for millions of years.
 Οι κατσαρίδες υπάρχουν εδώ και εκατομμύρια χρόνια.
exist vi(endure) (μτφ: ζω χωρίς χαρές)φυτοζωώ ρ αμ
 They were too poor to do more than just exist.
 Ήταν πολύ φτωχοί και ήταν αναγκασμένοι να φυτοζωούν.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
existing | exist
ΑγγλικάΕλληνικά
preexisting,
pre-existing
adj
(prior, already in effect)προϋπάρχων επίθ
 The congress overturned the preexisting law.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)
Ο όρος 'existing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the existing [literature, information, data] (available), use the existing infrastructure, [meet, satisfy, fulfil] the existing requirements, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση existing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «existing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

iPhone app store