| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| embed [sth]⇒ vtr | (insert deeply) (έμφαση στο βάθος τοποθέτησης) | βυθίζω ρ μ |
| | (καθομιλουμένη) | χώνω ρ μ |
| | | χώνω βαθιά, πατάω μέσα ρ μ + επίρ |
| | (έμφαση στην τοποθέτηση) | ενσωματώνω, εισάγω ρ μ |
| | The bricklayer placed the brick on the mortar and embedded it. |
| | Ο χτίστης τοποθέτησε το τούβλο στο κονίαμα και το ενσωμάτωσε. |
embed [sth] in [sth], embed [sth] into [sth] vtr + prep | (insert deeply) (έμφαση στο βάθος τοποθέτησης) | βυθίζω κτ σε κτ ρ μ |
| | | χώνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ |
| | (έμφαση στην τοποθέτηση) | ενσωματώνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ |
| | | τοποθετώ κτ σε κτ, εισάγω κτ σε κτ |
| | The gardener dug a hole and embedded the plant in it. |
| | When the wall was built, the builder had embedded a decorative stone into it, just above the window. |
| | Ο κηπουρός έσκαψε μια τρύπα και έχωσε μέσα το φυτό. |
| | Όταν φτιάχτηκε ο τοίχος, ο χτίστης ενσωμάτωσε μια διακοσμητική πέτρα, ακριβώς πάνω από το παράθυρο. |
| embed [sth] vtr | figurative, usually passive (implant, integrate) (εγώ κάτι) | αφομοιώνω ρ μ |
| | (μτφ: κάτι μέσα μου) | είμαι ριζωμένος ρ έκφρ |
| | | ριζώνω ρ αμ |
| | People rarely forget their native languages; it's something that is deeply embedded. |
| | Οι άνθρωποι σπάνια ξεχνούν τη μητρική τους γλώσσα· είναι κάτι που έχουν αφομοιώσει για τα καλά. |
| | Οι άνθρωποι σπάνια ξεχνούν τη μητρική τους γλώσσα· είναι βαθιά ριζωμένη μέσα τους. |
| | Οι άνθρωποι σπάνια ξεχνούν τη μητρική τους γλώσσα· έχει ριζώσει βαθιά μέσα τους. |
| embed [sth] vtr | (computer code: nest) | ενσωματώνω ρ μ |
| | The programmer used HTML to embed the objects. |
| | Ο προγραμματιστής χρησιμοποίησε HTML για να ενσωματώσει τα δεδομένα. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| embed [sth]⇒ vtr | (mathematics: contain) | περιλαμβάνω ρ μ |
embed [sb] with [sth], imbed [sb] with [sth] vtr + prep | slang, usually passive (attach to the military) | εντάσσω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ |
| | The reporter was embedded with an army unit. |
| | Some of the soldiers objected to reporters being embedded in their units. |
embed [sth] in [sth], imbed [sth] in [sth] vtr + prep | figurative, usually passive (implant, integrate) (εγώ κάτι) | αφομοιώνω ρ μ |
| | (μτφ: κάτι μέσα μου) | είμαι ριζωμένος ρ έκφρ |
| | | ριζώνω ρ αμ |
| | (μτφ: κάτι από μένα) | είμαι αναπόσπαστο κομμάτι περίφρ |
| | John's love of children is deeply embedded in his personality. |