| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| developer n | (real estate) (καθομιλουμένη) | εργολάβος ουσ αρσ/θηλ |
| | (άτομο) | υπεύθυνος ανάπτυξης ακινήτων περίφρ |
| | (εταιρεία) | εταιρεία ανάπτυξης ακινήτων περίφρ |
| | The mansion was bought by a developer who planned to turn it into six apartments. |
| | Το αρχοντικό αγοράστηκε από έναν εργολάβο ο οποίος σχεδίαζε να το μετατρέψει σε έξι διαμερίσματα. |
| | Το αρχοντικό αγοράστηκε από μια εταιρεία ανάπτυξης ακινήτων η οποία σχεδίαζε να το μετατρέψει σε έξι διαμερίσματα. |
| developer n | (computer programmer) | προγραμματιστής, προγραμματίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | | developer ουσ αρσ/θηλ |
| | Our developer is working on a program that will do this for us. |
| | Ο προγραμματιστής μας εργάζεται πάνω σ' ένα πρόγραμμα το οποίο θα κάνει αυτή τη δουλειά για εμάς. |
| developer n | (fluid for processing photos) (φωτογραφία) | εμφανιστής ουσ αρσ |
| | | developer ουσ ουδ άκλ |
| | The photographer poured developer into the tank. |
| | Ο φωτογράφος έριξε εμφανιστή στο δοχείο. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| developer n | (person creating [sth]) | δημιουργός ουσ αρσ/θηλ |
| | Developers of this theory must now look elsewhere for the data to confirm it. |
| | Pasteur was the developer of this vaccine. |