(Advertisement)

dated

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdeɪtɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈdeɪtɪd/ ,USA pronunciation: respelling(dātid)

From the verb date: (⇒ conjugate)
dated is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: dated, date

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dated adj(not current)ξεπερασμένος μτχ πρκ
  παρωχημένος μτχ πρκ
  παλιομοδίτικος επίθ
 (πιο απλά)παλιός, παλιακός επίθ
 That slang term is dated; no one uses it anymore.
dated adj(marked with the date)χρονολογημένος μτχ πρκ
 (καθομιλουμένη)που έχει ημερομηνία περίφρ
 The dated diary entry helped the police to understand what the victim had been doing immediately before the crime.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
date n(day of the month)ημερομηνία ουσ θηλ
  πόσο έχει ο μήνας περίφρ
 Today's date is the 14th.
 Σήμερα ο μήνας έχει 14.
date n(specific day)ημερομηνία ουσ θηλ
 This passport will expire ten years after the date that it was issued.
 Αυτό το διαβατήριο λήγει δέκα χρόνια μετά την ημερομηνία έκδοσής του.
date n(inscription) (για έτος)χρονολογία ουσ θηλ
 (για ακριβή ημέρα)ημερομηνία ουσ θηλ
 I have an old coin, bearing the date 1783.
 Έχω ένα παλιό νόμισμα που φέρει τη χρονολογία 1783.
date n(time, historical period)εποχή, περίοδος ουσ θηλ
 Those paintings belong to a later date.
 Οι πίνακες αυτοί ανήκουν σε μεταγενέστερη εποχή (or: περίοδο).
date n(romantic meeting) (ρομαντικό)ραντεβού ουσ ουδ ακλ
 Robert is late for his date.
 Ο Ρόμπερτ έχει καθυστερήσει στο ραντεβού του.
date n(fruit)χουρμάς ουσ αρσ
 Dates are one of my favourite fruits.
 Οι χουρμάδες είναι ένα από τα αγαπημένα μου φρούτα.
date [sth],
date [sth] to [sth]
vtr
(ascertain era)χρονολογώ ρ μ
 Scientists are trying to date the fossils.
 Οι επιστήμονες προσπαθούν να χρονολογήσουν τα απολιθώματα.
date from [sth] vi + prep(exist since) (από...)χρονολογούμαι ρ αμ
 The settlements here date from 1678.
 Οι οικισμοί της περιοχής χρονολογούνται από το 1678.
date [sb] vtrmostly US (romantic)βγαίνω με περίφρ
 (ερωτικός δεσμός)έχω σχέση με περίφρ
  τα έχω με έκφρ
 Alex is dating Pat.
 Ο Αλέξης βγαίνει με την Κατερίνα.
date [sb/sth] vtrinformal (show age) (με γενική: κάποιου)δείχνω την ηλικία, προδίδω την ηλικία έκφρ
 The fact that she remembers commercials from the 70's really dates her.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
date nUS (companion)συνοδός ουσ αρσ/θηλ
 (καθομιλουμένη: πιο γενικό)παρέα ουσ θηλ
 Henry and his date went to the movies.
 Who is your date for the prom?
date vi(date people)βγαίνω ραντεβού περίφρ
 (ερωτικός δεσμός)κάνω σχέση περίφρ
 The adolescent is too young to date.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
date back to [sth] vi phrasal + prep(exist since) (υλικό αντικείμενο)χρονολογούμαι από ρ αμ + πρόθ
  χρονολογούμαι από την εποχή του περίφρ
 (κάτι άυλο)κρατάω από, υπάρχω από ρ αμ + πρόθ
  βαστάω από, βαστώ από ρ αμ + πρόθ
 The fossils dated back to the Precambrian eon.
 Τα απολιθώματα χρονολογούνται από το Προκάμβριο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
dated | date
ΑγγλικάΕλληνικά
long-dated adj(financial security: 15 years to run)μακροπρόθεσμος επίθ
short-dated adj(financial security: under 5 years to run)βραχυπρόθεσμος επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)
Ο όρος 'dated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is a dated [word, phrase, term], has a dated [idea, opinion, philosophy] (of), has become a dated [expression, institution], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «dated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

iPhone app store