• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: congested, congest

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
congested adj(chest, sinuses: full of mucus)συμφορημένος μτχ πρκ
 (καθομιλουμένη)μπουκωμένος, βουλωμένος μτχ πρκ
 My cold is gone, but my chest still feels congested.
congested adjfigurative (traffic: jammed)με συμφόρηση περίφρ
  συμφορημένος μτχ πρκ
 (καθομιλουμένη)μποτιλιαρισμένος μτχ πρκ
 The roads are congested because of the big game.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
congested adj(person: chest, sinuses full of mucus)μπουκωμένος μτχ πρκ
  που έχει βουλωμένη μύτη περίφρ
 I'm so congested, I can hardly breathe.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
congest [sth] vtr(block or overfill) (εμπόδιο)προκαλώ συμφόρηση περίφρ
 (υπερβολική ποσότητα)γεμίζω ρ μ
  παραγεμίζω ρ μ
 (επίσημο)υπερπληρώνω ρ μ
Σχόλιο: Το μπλοκάρω είναι και μεταβατικό ρήμα σε άλλες περιπτώσεις.
congest vi(become blocked or clogged) (εμπόδιο)υφίσταμαι συμφόρηση περίφρ
 (υπερβολική ποσότητα)γεμίζω ρ αμ
  παραγεμίζω ρ αμ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)
(Advertisement)
Ο όρος 'congested' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση congested στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «congested».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

iPhone app store