(Advertisement)

cannot

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkænɒt/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈkænɑt, kæˈnɑt, kə-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kanot, ka not, kə-)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: cannot, can

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cannot v aux(can not)δεν μπορώ περίφρ
 Tim cannot go to the picnic on Saturday.
 Ο Τιμ δεν μπορεί να πάει στο πικνίκ το Σάββατο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
can v aux(be able to) (έχω την ικανότητα)μπορώ ρ μ
 I can carry those suitcases for you.
 Μπορώ να μεταφέρω τις βαλίτσες σου εγώ.
can v aux(know how to)ξέρω ρ μ
  μπορώ ρ μ
 She can play the piano.
 Ξέρει να παίζει πιάνο.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μπορεί να παίξει την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν στο πιάνο.
can v aux(have the right to) (έχω δικαίωμα)μπορώ ρ μ
 The prime minister can call an election whenever he wants to.
 Ο πρωθυπουργός μπορεί να ανακοινώνει εκλογές όποτε θέλει.
can v aux(be allowed to) (μου επιτρέπεται)μπορώ ρ μ
 Can I borrow your car tonight?
 Μπορώ να δανειστώ το αυτοκίνητό σου απόψε;
can v aux(be possible) (είναι πιθανό)μπορεί ρ απρ
  ενδέχεται ρ απρ
 Such things can happen if you're not careful.
 Τέτοια πράγματα μπορεί να συμβούν αν δεν προσέχεις.
can nUS (tin: metal container)δοχείο ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)κουτί ουσ ουδ
 We need three more cans of paint.
 Χρειαζόμαστε τρία δοχεία με μπογιά ακόμα.
 Χρειαζόμαστε τρία κουτιά μπογιά ακόμα.
can nUS (tin: of food) (συσκευασία τροφίμων)κονσέρβα ουσ θηλ
 (για ποτά)κουτάκι ουσ ουδ
 Pass me that can of peas.
 Δώσε μου αυτή την κονσέρβα με μπιζέλια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
can n(fuel) (δοχείο καυσίμων)μπιτόνι, ντεπόζιτο ουσ ουδ
 We should fill this extra can with gas in case we run out.
the can nUS, slang (toilet)τουαλέτα ουσ θηλ
 (άκομψο, αγενές)καμπινές ουσ αρσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος αργκό.
 Excuse me. I have to go to the can.
the can nslang (jail, gaol) (μεταφορικά: φυλακή)στενή επίθ ως ουσ
  φρέσκο επίθ ως ουσ
 (αργκό)πλεχτό, κάγκελο ουσ ουδ
 (παλαιό)ψειρού ουσ θηλ
 He's been in the can for three months now.
can nslang (military: warship)πολεμικό πλοίο επίθ + ουσ ουδ
 After a few repairs the can was back in the water heading across the ocean.
can nUS, slang (buttocks)πισινός επίθ ως ουσ αρσ
 (χυδαίο)κώλος ουσ αρσ
 That toilet seat's so cold you'll freeze your can sitting on it.
a can of [sth] n(contents of a tin)κονσέρβα ουσ θηλ
 (για ποτό)κουτάκι ουσ ουδ
 I'll just have a can of beans for lunch.
 Θα φάω μόνο μια κονσέρβα φασόλια για μεσημεριανό.
can v aux(have the qualifications to) (έχω γνώση, ικανότητα)μπορώ ρ μ
 A doctor can treat people more extensively than a nurse.
can v aux(tend to) (έχω την τάση)μπορώ ρ μ
 He can be really annoying sometimes.
can [sth] vtr(preserve in a jar, etc.)κάνω κονσέρβα περίφρ
  κονσερβοποιώ ρ μ
 They canned most of their peppers for the winter.
 Έκαναν κονσέρβες τις περισσότερες πιπεριές τους για τον χειμώνα.
 Κονσερβοποίησαν τις περισσότερες πιπεριές τους για τον χειμώνα.
can [sb] vtrUS, slang (fire, dismiss) (αργκό: απολύω)στέλνω ρ μ
 (καθομιλουμένη)διώχνω ρ μ
 (καθομ: απολύομαι)παίρνω πόδι έκφρ
 He should have been canned for that kind of behavior.
 Θα έπρεπε να σε είχαν στείλει μετά από αυτή τη συμπεριφορά.
 Θα έπρεπε να τον είχαν διώξει εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς.
 Θα έπρεπε να έχει πάρει πόδι εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς.
can [sth] vtrUS, slang (stop doing)σταματάω, σταματώ ρ μ
 (καθομιλουμένη, μτφ)κόβω ρ μ
 You two! Can that fighting! Now!
 Ε, εσείς οι δύο! Σταματήστε να τσακώνεστε! Τώρα!
 Ε, εσείς οι δύο! Κόφτε τον τσακωμό! Τώρα!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
can up vtr phrasal sep(preserve in a jar, etc.)κονσερβοποιώ ρ μ
 They canned up a lot of the berries for later use.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
cannot | can
ΑγγλικάΕλληνικά
can't be helped,
cannot be helped
v expr
informal (unavoidable)δεν γίνεται κάτι άλλο περίφρ
 (κατάσταση)αναπόφευκτος επίθ
 It's a pity that Deborah can't come with us, but it can't be helped.
can't help [sth],
can't help doing [sth],
cannot help
v expr
(feel compelled to do [sth])αναπόφευκτος επίθ
  αναπόφευκτα επίρ
  δεν μπορώ παρά να κάνω κτ περίφρ
 I can't help wondering if she really knows what she's doing.
 Είναι αναπόφευκτο να αναρωτιέμαι αν ξέρει πραγματικά τι κάνει.
 Δεν μπορώ παρά να αναρωτιέμαι αν ξέρει πραγματικά τι κάνει.
cannot help but do [sth],
can't help but do [sth]
v expr
(find unavoidable)δεν μπορώ να μην, δεν μπορώ παρά να έκφρ
 I cannot help but notice the enormous coffee stain on the front of your white blouse.
 Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω τον τεράστιο λεκέ από καφέ στο μπροστινό μέρος της άσπρης μπλούζας σου.
cannot see the wood for the trees v expr(cannot see the big picture)βλέπω το δέντρο και χάνω το δάσος έκφρ
 Gina can't see the wood for the trees; she's concentrating too much on the details.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
(Advertisement)
Ο όρος 'cannot' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cannot στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cannot».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

iPhone app store