Listen:
Inflections of 'ram ' (v ): (⇒ conjugate )rams v 3rd person singular ramming v pres p rammed v past rammed v past p
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
RAM n acronym (Random Access Memory)RAM ουσ θηλ άκλ μνήμη RAM φρ ως ουσ θηλ
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
ram n (male sheep) κριάρι ουσ ουδ (σπάνιο ) κριός ουσ αρσ There were several ewes and one ram in the field. Στο χωράφι υπήρχαν αρκετές προβατίνες κι ένα κριάρι. ram n (battering device: to force entry) έμβολο ουσ ουδ (πολιορκητικός ) κριός ουσ αρσ The police used a ram to gain entry to the house. Η αστυνομία χρησιμοποίησε ένα έμβολο για να αποκτήσει πρόσβαση στο σπίτι. ram [sb/sth] ⇒ vtr (hit hard) βαράω, κοπανάω ρ μ σπρώχνω με δύναμη περίφρ (για να επιτεθώ ) εμβολίζω ρ μ Peter rammed the door, sending it flying open. Ο Πίτερ βάρεσε (or: κοπάνησε) την πόρτα και την άνοιξε διάπλατα. ram [sb/sth] vtr (shove, push) σπρώχνω ρ μ Tina rammed Bernard out of her way. The rugby player rammed his opponent. Η Τίνα έσπρωξε τον Μπέρναρντ από μπροστά της. // Ο παίκτης του ράγκμπυ έσπρωξε τον αντίπαλό του. ram [sth] ⇒ vtr (stuff, cram) χώνω ρ μ Chris rammed the books into his bag. Ο Κρις έχωσε τα βιβλία στην τσάντα του.
Ο όρος 'RAM ' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: