Νέα ελληνικά (el)

επεξεργασία
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σύγγραμμα τα συγγράμματα
      γενική του συγγράμματος των συγγραμμάτων
    αιτιατική το σύγγραμμα τα συγγράμματα
     κλητική σύγγραμμα συγγράμματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

επεξεργασία

Ουσιαστικό

επεξεργασία

σύγγραμμα ουδέτερο

  • επιστημονικό βιβλίο, δοκίμιο, διατριβή, γνωστικό εγχειρίδιο, πνευματικό έργο
      Είχε μια τεράστια βιβλιοθήκη, κυρίως με επιστημονικά συγγράμματα. ( Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)

Μεταφράσεις

επεξεργασία

Αναφορές

επεξεργασία