Νέα ελληνικά (el)

επεξεργασία

Ετυμολογία

επεξεργασία
καδράρω < ουσιαστικό κάδρο + επίθημα -άρω

καδράρω

  1. τοποθετώ εικόνα ή φωτογραφία σε κάδρο
      Το θολό φινιστρίνι καδράριζε το γκρίζο περίγραμμα της στεριάς που ξεμύτιζε πέρα στον ορίζοντα με την μπλε λωρίδα να έρχεται και να φεύγει, μέχρι που το πελώριο κύμα θρυμμάτισε την εικόνα, την εξαφάνισε πίσω από το ανεμοβρόχι. (Μαίρη Βασάλου, Η πόρτα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 347)
  2. φροντίζω την γωνία της φωτογραφικής ή κινηματογραφικής λήψης

Μεταφράσεις

επεξεργασία