Αγγλικά (en)

επεξεργασία
ενεστώτας split up
γ΄ ενικό ενεστώτα splits up
αόριστος split up
παθητική μετοχή split up
ενεργητική μετοχή splitting up

Ετυμολογία

επεξεργασία
split up <  δείτε τις λέξεις split και up

split up (en)

  1. (αμετάβατο) χωρίζω, σταματώ να έχω σχέση με κάποιον
    παράδειγμα  I want (us) to split up.
    Θέλω να χωρίσουμε.
    παράδειγμα  What will happen to the kids if you split up?
    Τι θα γίνουν τα παιδιά αν χωρίσετε;
    παράδειγμα  She split up with her boyfriend.
    Χώρισε με τον φίλο της.
     συνώνυμα: break up, separate και συγκρίνετε με το: divorce
  2. (μεταβατικό) χωρίζω, κάνω δύο ανθρώπους να σταματήσουν να έχουν σχέση μεταξύ τους
    παράδειγμα  She is trying to split us up.
    Προσπαθεί να μας χωρίσει.
     συνώνυμα:  break up και separate
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) χωρίζω μια ομάδα ανθρώπων σε μικρότερα μέρη
    παράδειγμα  The teacher split them up, because they were talking during the lesson.
    Τους χώρισε ο δάσκαλος, γιατί μιλούσαν την ώρα του μαθήματος.
    παράδειγμα  We were split up into groups to discuss the question.
    Μας χώρισαν σε ομάδες για να συζητήσουμε το ερώτημα.
    παράδειγμα  At about ten, John and I split up.
    Κατά τις δέκα χωρίσαμε με το Γιάννη.
    παράδειγμα  Let's split up now and meet again at lunchtime.
    Ας χωριστούμε τώρα και ας ξανασυναντηθούμε το μεσημέρι.
    παράδειγμα  We split up in front of the house.
    Χωριστήκαμε μπροστά στο σπίτι του.
  4. (μεταβατικό) χωρίζω, κατανέμω, χωρίζω κάτι σε μικρότερα μέρη
    παράδειγμα  The wardrobe is split up into three sections.
    Η ντουλάπα είναι χωρισμένη σε τρία τμήματα.
    παράδειγμα  I’m splitting up the amount of the loan into six annual installments.
    Κατανέμω το ποσό του δανείου σε έξι ετήσιες δόσεις.
     συνώνυμα: split,  και δείτε divide