split up
Αγγλικά (en)
επεξεργασία| ενεστώτας | split up |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | splits up |
| αόριστος | split up |
| παθητική μετοχή | split up |
| ενεργητική μετοχή | splitting up |
Ετυμολογία
επεξεργασία
Ρήμα
επεξεργασία
split up (en)
- (αμετάβατο) χωρίζω, σταματώ να έχω σχέση με κάποιον
- (μεταβατικό) χωρίζω, κάνω δύο ανθρώπους να σταματήσουν να έχουν σχέση μεταξύ τους
- (μεταβατικό και αμετάβατο) χωρίζω μια ομάδα ανθρώπων σε μικρότερα μέρη
The teacher split them up, because they were talking during the lesson.
- Τους χώρισε ο δάσκαλος, γιατί μιλούσαν την ώρα του μαθήματος.
We were split up into groups to discuss the question.
- Μας χώρισαν σε ομάδες για να συζητήσουμε το ερώτημα.
At about ten, John and I split up.
- Κατά τις δέκα χωρίσαμε με το Γιάννη.
Let's split up now and meet again at lunchtime.
- Ας χωριστούμε τώρα και ας ξανασυναντηθούμε το μεσημέρι.
We split up in front of the house.
- Χωριστήκαμε μπροστά στο σπίτι του.
- (μεταβατικό) χωρίζω, κατανέμω, χωρίζω κάτι σε μικρότερα μέρη