Αγγλικά (en)

επεξεργασία

Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
profit profits

profit (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το κέρδος, τα χρήματα που βγάζω αφού πουλήσω πράγματα, ειδικά αφού πληρώσω το σχετικό κόστος
    παράδειγμα  taxable profit - φορολογήσιμα κέρδη
    παράδειγμα  The two of them divided the profits in half.
    Μοιράσανε οι δυο τους τα κέρδη από μισά.
     συνώνυμα: gain
     αντώνυμα: loss
  2. (μη μετρήσιμο, επίσημο) το κέρδος, το όφελος, το πλεονέκτημα που έχω
    παράδειγμα  It is not to our profit.
    Δεν είναι προς το όφελός μας.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη advantage
ενεστώτας profit
γ΄ ενικό ενεστώτα profits
αόριστος profited
παθητική μετοχή profited
ενεργητική μετοχή profiting

profit (en)



Γαλλικά (fr)

επεξεργασία

Καταλανικά (ca)

επεξεργασία

Ουσιαστικό

επεξεργασία

profit (ca) αρσενικό

  1. κέρδος
  2. ωφέλεια

Εκφράσεις

επεξεργασία