invent
Αγγλικά (en)
επεξεργασία| ενεστώτας | invent |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | invents |
| αόριστος | invented |
| παθητική μετοχή | invented |
| ενεργητική μετοχή | inventing |
Ρήμα
επεξεργασία
invent (en)
- εφευρίσκω, επινοώ, σκαρφίζομαι
Who invented the telephone?
- Ποιος εφεύρε το τηλέφωνο;
- εφευρίσκω ψέματα, σκαρφίζομαι, πλάθω δικαιολογίες, μηχανεύομαι