Νέα ελληνικά (el)

επεξεργασία
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η όραση οι οράσεις
      γενική της όρασης* των οράσεων
    αιτιατική την όραση τις οράσεις
     κλητική όραση οράσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, οράσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

επεξεργασία
όραση < ὁράω-ὁρῶ

Ουσιαστικό

επεξεργασία

όραση θηλυκό

Μεταφράσεις

επεξεργασία