όραση
Νέα ελληνικά (el)
επεξεργασία| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | όραση | οι | οράσεις |
| γενική | της | όρασης* | των | οράσεων |
| αιτιατική | την | όραση | τις | οράσεις |
| κλητική | όραση | οράσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, οράσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
επεξεργασία
- όραση < ὁράω-ὁρῶ
Προφορά
επεξεργασία
- ΔΦΑ : /ˈo.ɾa.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ό‐ρα‐ση
Ουσιαστικό
επεξεργασία
όραση θηλυκό
- μία από τις πέντε αισθήσεις· η ικανότητα ενός οργανισμού να προσλαμβάνει με τα μάτια οπτικά ερεθίσματα και να σχηματίζει οπτικές αναπαραστάσεις της εξωτερικής πραγματικότητας.
- ※ Προχωρούσε στα τυφλά απελπισμένος. Τυφλός είναι αυτός που δεν μπορεί να δει, καθώς τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη. Και στραβός έγραφε το βικιλεξικό. Όχι ρε παιδί μου, έβλεπε κανονικά. (Νίκης Μουντράκη, Ταφικά έθιμα / Εκ των άνω, χάρτης, 79, Ιούλιος 2025 )
Μεταφράσεις
επεξεργασία
Πηγές
επεξεργασία
- όραση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- όραση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)