Νέα ελληνικά (el)

επεξεργασία
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σάρκα οι σάρκες
      γενική της σάρκας των σαρκών
    αιτιατική τη σάρκα τις σάρκες
     κλητική σάρκα σάρκες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

επεξεργασία

Ουσιαστικό

επεξεργασία

σάρκα θηλυκό

  1. το μέρος του ανθρώπινου ή ζωϊκού σώματος που αποτελείται από μαλακούς ιστούς, σε αντίθεση με τα οστά
      Ἄνωθεν τοῦ γόνατοςκαλτσοδέτα ἐκ λευκῆς δαντέλας περιενδύουσα τὸ ἐλαστικὸν συνεκράτει τὴν κάλτσαν καὶ πιέζουσα τὴν σάρκα τὴν ἀπώθει πρὸς τὸ γόνατον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο παχύτερον καὶ στρογγυλώτερον. (Ν. Ι. Σπανδώνης, Η Αθήνα μας, έκδοσις πρώτη, τόμος δεύτερος, Αθήνα, εκδ. κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, 1893, σελ. 397 )
  2. (μεταφορικά) η υλική υπόσταση του ανθρώπου, σε αντίθεση με το πνεύμα
  3. το μαλακό και βρώσιμο μέρος των φρούτων, σε αντίθεση με το κουκούτσι

Συνώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

Μεταφράσεις

επεξεργασία
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια

Αναφορές

επεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc)

επεξεργασία

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

επεξεργασία

σάρκα θηλυκό