σάρκα
Νέα ελληνικά (el)
επεξεργασία| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σάρκα | οι | σάρκες |
| γενική | της | σάρκας | των | σαρκών |
| αιτιατική | τη | σάρκα | τις | σάρκες |
| κλητική | σάρκα | σάρκες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
επεξεργασία
- σάρκα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σάρκα < αρχαία ελληνική σάρξ από την αιτιατική «τὴν σάρκα»[1]
Προφορά
επεξεργασία
- ΔΦΑ : /ˈsaɾ.ka/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σάρ‐κα
- παρώνυμο: τσάρκα
Ουσιαστικό
επεξεργασία
σάρκα θηλυκό
- το μέρος του ανθρώπινου ή ζωϊκού σώματος που αποτελείται από μαλακούς ιστούς, σε αντίθεση με τα οστά
- ※ Ἄνωθεν τοῦ γόνατος ἡ καλτσοδέτα ἐκ λευκῆς δαντέλας περιενδύουσα τὸ ἐλαστικὸν συνεκράτει τὴν κάλτσαν καὶ πιέζουσα τὴν σάρκα τὴν ἀπώθει πρὸς τὸ γόνατον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο παχύτερον καὶ στρογγυλώτερον. (Ν. Ι. Σπανδώνης, Η Αθήνα μας, έκδοσις πρώτη, τόμος δεύτερος, Αθήνα, εκδ. κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, 1893, σελ. 397 )
- (μεταφορικά) η υλική υπόσταση του ανθρώπου, σε αντίθεση με το πνεύμα
- (ειδικότερα) το γενετήσιο ένστικτο
- το μαλακό και βρώσιμο μέρος των φρούτων, σε αντίθεση με το κουκούτσι
Συνώνυμα
επεξεργασίαΣυγγενικά
επεξεργασίαΔείτε επίσης
επεξεργασία
Μεταφράσεις
επεξεργασία
μαλακό και βρώσιμο μέρος των φρούτων
|
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια
Αναφορές
επεξεργασία
- ↑ σάρκα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας