Αγγλικά (en)

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
practicality practicalities

Ετυμολογία

επεξεργασία
practicality < practical + -ity

Ουσιαστικό

επεξεργασία

practicality (en)

  1. πρακτικότητα
  2. το να έχει κανείς πρακτικό πνεύμα, πρακτική σκέψη

Συνώνυμα

επεξεργασία

Αντώνυμα

επεξεργασία