• Αρχική σελίδα
  • Τυχαίο
  • Σύνδεση
  • Ρυθμίσεις
Donate Now If this site has been useful to you, please give today.
  • Σχετικά με Βικιλεξικό
  • Αποποίηση ευθυνών
Βικιλεξικό

mamo

  • Γλώσσα
  • Παρακολούθηση
  • Επεξεργασία

Εσπεράντο (eo)

επεξεργασία

Ετυμολογία

επεξεργασία
mamo < mam- + -o

Ουσιαστικό

επεξεργασία
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική mamomamoj
αιτιατική mamonmamojn

mamo (eo)

  • ο μαστός
Ανακτήθηκε από "https://el.wiktionary.org/w/index.php?title=mamo&oldid=3852548"
Τελευταία επεξεργασία στις 14 Μαΐου 2017, στις 12:49

Γλώσσες

    • Betawi
    • Brezhoneg
    • Català
    • Dansk
    • English
    • Español
    • Eesti
    • Euskara
    • Suomi
    • Français
    • Magyar
    • Bahasa Indonesia
    • Ido
    • Italiano
    • 日本語
    • 한국어
    • Kurdî
    • ລາວ
    • Malagasy
    • Bahasa Melayu
    • Nederlands
    • Norsk bokmål
    • Occitan
    • Polski
    • Português
    • Русский
    • Sängö
    • ไทย
    • Tagalog
    • 中文
    Βικιλεξικό
    • Wikimedia Foundation
    • Powered by MediaWiki
    • Η σελίδα αυτή τροποποιήθηκε τελευταία φορά στις 14 Μαΐου 2017, στις 12:49.
    • Η σελίδα αποδόθηκε με Parsoid.
    • Το περιεχόμενο είναι διαθέσιμο υπό CC BY-SA 4.0 εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά.
    • Προστασία Προσωπικών Δεδομένων
    • Σχετικά με Βικιλεξικό
    • Αποποίηση ευθυνών
    • Κώδικας συμπεριφοράς
    • Προγραμματιστές
    • Στατιστικά
    • Δήλωση cookie
    • Όροι χρήσης
    • Προβολή επιτραπέζιου υπολογιστή