• Αρχική σελίδα
  • Τυχαίο
  • Δημιουργία λογαριασμού
  • Σύνδεση
  • Ρυθμίσεις
Donate Now If this site has been useful to you, please give today.
  • Σχετικά με Βικιλεξικό
  • Αποποίηση ευθυνών
Βικιλεξικό
  • Δημιουργία λογαριασμού
  • Σύνδεση

commensal

  • Γλώσσα
  • Παρακολούθηση
  • Επεξεργασία

Πίνακας περιεχομένων

  • 1 Αγγλικά (en)
    • 1.1 Ετυμολογία
    • 1.2 Επίθετο
  • 2 Γαλλικά (fr)
    • 2.1 Ουσιαστικό

Αγγλικά (en)

επεξεργασία

Ετυμολογία

επεξεργασία
commensal < παλαιά γαλλική commensal < μεσαιωνική λατινική commensalis < com- (αυτός που μοιράζεται) + mensa (τραπέζι) + -lis

Επίθετο

επεξεργασία

commensal (en) (χωρίς παραθετικά)

  • (βιολογία) συμβιωτικός
  • συνδαιτυμόνας, ομοτράπεζος



Γαλλικά (fr)

επεξεργασία
ενικός πληθυντικός
commensal commensaux

Ουσιαστικό

επεξεργασία

commensal (fr) αρσενικό

  • ο ομοτράπεζος, ο / η συνδαιτυμόνας
Ανακτήθηκε από "https://el.wiktionary.org/w/index.php?title=commensal&oldid=7346297"
Τελευταία επεξεργασία στις 29 Μαΐου 2026, στις 18:30

Γλώσσες

    • Čeština
    • English
    • Eesti
    • Suomi
    • Français
    • Magyar
    • Հայերեն
    • Ido
    • ಕನ್ನಡ
    • 한국어
    • Malagasy
    • Nederlands
    • Polski
    • Русский
    • Sängö
    • தமிழ்
    • Tiếng Việt
    • 中文
    Βικιλεξικό
    • Wikimedia Foundation
    • Powered by MediaWiki
    • Η σελίδα αυτή τροποποιήθηκε τελευταία φορά στις 29 Μαΐου 2026, στις 18:30.
    • Η σελίδα αποδόθηκε με Parsoid.
    • Το περιεχόμενο είναι διαθέσιμο υπό CC BY-SA 4.0 εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά.
    • Προστασία Προσωπικών Δεδομένων
    • Σχετικά με Βικιλεξικό
    • Αποποίηση ευθυνών
    • Legal & safety contacts
    • Κώδικας συμπεριφοράς
    • Προγραμματιστές
    • Στατιστικά
    • Δήλωση cookie
    • Όροι χρήσης
    • Προβολή επιτραπέζιου υπολογιστή