Γαλλικά (fr)

επεξεργασία

Ετυμολογία

επεξεργασία
acrobate < ακροβάτης

Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
acrobate acrobates

acrobate (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ακροβάτης
  2. ακροβάτισσα

Συγγενικά

επεξεργασία