Δείτε επίσης: κεντῶ

Νέα ελληνικά (el)

επεξεργασία

Ετυμολογία

επεξεργασία
κεντώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κεντῶ  και δείτε τη λέξη κεντάω

κεντώ

Μεταφράσεις

επεξεργασία