Δείτε επίσης: Βέλος

Νέα ελληνικά (el)

επεξεργασία
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βέλος τα βέλη
      γενική του βέλους των βελών
    αιτιατική το βέλος τα βέλη
     κλητική βέλος βέλη
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Τόξο που εκτοξεύει βέλος
Βέλος

Ετυμολογία

επεξεργασία
βέλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βέλος (ετυμολογικό πεδίο: βάλλω)

Ουσιαστικό

επεξεργασία

βέλος ουδέτερο

  1. (οπλισμός) η σαΐτα του τόξου
     συνώνυμα: σαΐτα
  2. καθετί βελοειδές· (αρχιτεκτονική) κωνική απόληξη σε κορυφή πύργου, εκκλησίας κ.λπ.
  3. σύμβολο που εκφράζει μια κατεύθυνση

Πολυλεκτικοί όροι

επεξεργασία

Εκφράσεις

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

Μεταφράσεις

επεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)

επεξεργασία
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ βέλος τὰ βέλη - βέλε
      γενική τοῦ βέλους - βέλεος τῶν βελῶν - βελέων
      δοτική τῷ βέλει - βέλεῐ̈ τοῖς βέλεσ(ν)
βέλεσσῐ(ν) (επικός)
    αιτιατική τὸ βέλος τὰ βέλη - βέλεα
     κλητική ! βέλος βέλη - βέλεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βέλει - βέλεε
γεν-δοτ τοῖν  βελοῖν - βελέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Μπρούτζινη κεφαλή βέλους, Κύπρος, 5ος-4ος αι. πκε

Ετυμολογία

επεξεργασία
βέλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷélHos < *gʷelH- (ρίχνω, τρυπώ) (ετυμολογικό πεδίο: βάλλω)

Ουσιαστικό

επεξεργασία

βέλος ουδέτερο

  1. οτιδήποτε ρίχνεται
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 9 (ι. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Κίκονας, Λωτοφάγους καὶ Κύκλωπας.), στίχ. 495
    σχέτλιε, τίπτ' ἐθέλεις ἐρεθιζέμεν ἄγριον ἄνδρα; // ὃς καὶ νῦν πόντονδε βαλὼν βέλος ἤγαγε νῆα // αὖτις ἐς ἤπειρον, καὶ δὴ φάμεν αὐτόθ' ὀλέσθαι.
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 20 (υ. Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.), στίχ. 305
    ἀλεύατο γὰρ βέλος αὐτός. // ἦ γάρ κέν σε μέσον βάλον ἔγχεϊ ὀξυόεντι, // καί κέ τοι ἀντὶ γάμοιο πατὴρ τάφον ἀμφεπονεῖτο // ἐνθάδε.
  2. (οπλισμός) το βέλος
  3. (οπλισμός) κάθε όπλο
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Ἀχαρνῆς, στίχ. 345
    ἐκσέσεισται χαμᾶζ᾽· οὐχ ὁρᾷς σειόμενον; // ἀλλὰ μή μοι πρόφασιν, ἀλλὰ κατάθου τὸ βέλος.
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἠλέκτρα, στίχ. 1159
    Κυκλώπειά τ' οὐράνια τείχε' ὀξυθήκτου βέλους // ἔκανεν αὐτόχειρ, πέλεκυν ἐν χεροῖν λαβοῦσ'·
  4. οτιδήποτε κινείται ταχέα
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 79
    ἦν οἱ ἐν Βορυσθενεϊτέων τῇ πόλι οἰκίης μεγάλης καὶ πολυτελέος περιβολή, τῆς καὶ ὀλίγῳ τι πρότερον τούτων μνήμην εἶχον, τὴν πέριξ λευκοῦ λίθου σφίγγες τε καὶ γρῦπες ἕστασαν· ἐς ταύτην ὁ θεὸς ἐνέσκηψε βέλος.

Συγγενικά

επεξεργασία

Παράγωγα

επεξεργασία

Άλλες μορφές

επεξεργασία