βέλος
Νέα ελληνικά (el)
επεξεργασία| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βέλος | τα | βέλη |
| γενική | του | βέλους | των | βελών |
| αιτιατική | το | βέλος | τα | βέλη |
| κλητική | βέλος | βέλη | ||
| Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
επεξεργασία
- βέλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βέλος (ετυμολογικό πεδίο: βάλλω)
Ουσιαστικό
επεξεργασία
βέλος ουδέτερο
- (οπλισμός) η σαΐτα του τόξου
- καθετί βελοειδές· (αρχιτεκτονική) κωνική απόληξη σε κορυφή πύργου, εκκλησίας κ.λπ.
- σύμβολο που εκφράζει μια κατεύθυνση
Πολυλεκτικοί όροι
επεξεργασίαΕκφράσεις
επεξεργασίαΣυγγενικά
επεξεργασία
Μεταφράσεις
επεξεργασία
βέλος
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
επεξεργασία| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | βέλος | τὰ | βέλη - βέλεᾰ |
| γενική | τοῦ | βέλους - βέλεος | τῶν | βελῶν - βελέων |
| δοτική | τῷ | βέλει - βέλεῐ̈ | τοῖς | βέλεσῐ(ν) βέλεσσῐ(ν) (επικός) |
| αιτιατική | τὸ | βέλος | τὰ | βέλη - βέλεα |
| κλητική ὦ! | βέλος | βέλη - βέλεα | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βέλει - βέλεε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | βελοῖν - βελέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
επεξεργασία
Ουσιαστικό
επεξεργασία
βέλος ουδέτερο
- οτιδήποτε ρίχνεται
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 9 (ι. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Κίκονας, Λωτοφάγους καὶ Κύκλωπας.), στίχ. 495
- σχέτλιε, τίπτ' ἐθέλεις ἐρεθιζέμεν ἄγριον ἄνδρα; // ὃς καὶ νῦν πόντονδε βαλὼν βέλος ἤγαγε νῆα // αὖτις ἐς ἤπειρον, καὶ δὴ φάμεν αὐτόθ' ὀλέσθαι.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 20 (υ. Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.), στίχ. 305
- ἀλεύατο γὰρ βέλος αὐτός. // ἦ γάρ κέν σε μέσον βάλον ἔγχεϊ ὀξυόεντι, // καί κέ τοι ἀντὶ γάμοιο πατὴρ τάφον ἀμφεπονεῖτο // ἐνθάδε.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 9 (ι. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Κίκονας, Λωτοφάγους καὶ Κύκλωπας.), στίχ. 495
- (οπλισμός) το βέλος
- (οπλισμός) κάθε όπλο
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Ἀχαρνῆς, στίχ. 345
- ἐκσέσεισται χαμᾶζ᾽· οὐχ ὁρᾷς σειόμενον; // ἀλλὰ μή μοι πρόφασιν, ἀλλὰ κατάθου τὸ βέλος.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἠλέκτρα, στίχ. 1159
- Κυκλώπειά τ' οὐράνια τείχε' ὀξυθήκτου βέλους // ἔκανεν αὐτόχειρ, πέλεκυν ἐν χεροῖν λαβοῦσ'·
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Ἀχαρνῆς, στίχ. 345
- οτιδήποτε κινείται ταχέα
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 79
- ἦν οἱ ἐν Βορυσθενεϊτέων τῇ πόλι οἰκίης μεγάλης καὶ πολυτελέος περιβολή, τῆς καὶ ὀλίγῳ τι πρότερον τούτων μνήμην εἶχον, τὴν πέριξ λευκοῦ λίθου σφίγγες τε καὶ γρῦπες ἕστασαν· ἐς ταύτην ὁ θεὸς ἐνέσκηψε βέλος.
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 79
Συγγενικά
επεξεργασίαΠαράγωγα
επεξεργασίαΆλλες μορφές
επεξεργασία
Πηγές
επεξεργασία
- βέλος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βέλος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.